Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

obsessed with


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο obsessed παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: with
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: obsessed, obsess

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
obsessed adj(fixated) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)κολλημένος μτχ πρκ
 (αργκό)πωρωμένος μτχ πρκ
  που έχει κόλλημα, που έχει φάει κόλλημα περίφρ
 John never stops talking about rugby; he's obsessed.
be obsessed with [sth/sb] v expr(be fixated on [sth/sb](μεταφορικά, καθομιλουμένη)είμαι κολλημένος με κτ/κπ έκφρ
 (αργκό)είμαι πωρωμένος με κτ έκφρ
  έχω κόλλημα με κτ/κπ, έχω φάει κόλλημα με κτ/κπ έκφρ
 James is obsessed with trains, and knows a huge amount about them.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
obsess [sb] vtr(preoccupy) (υπερβολικά)απασχολώ ρ μ
 (σε κάποιον)γίνομαι εμμονή ρ έκφρ
 The deadline obsessed us all this week.
 Η διορία μας απασχολούσε όλους αυτή την βδομάδα.
obsess over [sth],
obsess about [sth]
vi + prep
(be overly preoccupied with sthg)έχω εμμονή, παθαίνω εμμονή ρ έκφρ
  ασχολούμαι συνέχεια με κτ περίφρ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κολλάω με κτ έκφρ
 (αρνητικά συναισθήματα)φρικάρω για κτ έκφρ
 She's constantly obsessing about her weight.
obsess vi(be overly preoccupied)παθαίνω εμμονή ρ έκφρ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κολλάω ρ αμ
 After all the work you've done, you'll easily pass the exam; stop obsessing!
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
obsessed | obsess
ΑγγλικάΕλληνικά
self-obsessed adj(thinking obsessively about yourself)εγωκεντρικός επίθ
  που σκέφτεται μόνο τον εαυτό του περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'obsessed with' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση obsessed with στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «obsessed with».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!